Η ΕΠΟΧΗ ΤΟΥ ΤΕΧΝΟΚΡΑΤΟ-ΛΑΪΚΙΣΜΟΥ

Με το άρθρο αυτό ξεκινάμε τη νέα σειρά Pièces de doctrines, στην οποία θα βρίσκετε πυκνογραμμένα κείμενα που προκύπτουν από τις σκέψεις και φιλικές συζητήσεις του Groupe d’études géopolitiques. Κάθε άρθρο προτείνει μια αδημοσίευτη ως τώρα προσέγγιση της σύγχρονης ευρωπαϊκής πολιτικής, συνεισφέροντας στοιχεία για τον εμπλουτισμό του διαλόγου σχετικά με την ευρωπαϊκή ήπειρο. Η αρχική μορφή του κειμένου του Lorenzo Castellani στα ιταλικά είναι διαθέσιμη εδώ – Gilles Gressani

Tεχνοκρατο-λαϊκισμός, ένα νέο καθεστώς ευρωπαϊκής διακυβέρνησης

Του Lorenzo Castellani, Μετάφραση από τα γαλλικά – Ελάτη Ποντικοπούλου-Βενιέρη

Στις τελευταίες ιταλικές εκλογές τα λαϊκιστικά κόμματα έλαβαν περισσότερο από το 50% των ψήφων. Το Κίνημα Πέντε Αστέρων, κίνημα αντι-πολιτικό και αντισυστημικό, έλαβε περισσότερο από το 32% των ψήφων. Τί μπορούμε να περιμένουμε, όμως, από ένα λαϊκιστικό κίνημα που ανέρχεται στην εξουσία;

Η πρόσφατη ιστορία μας παρέχει ορισμένες ενδείξεις που επιτρέπουν να απορρίψουμε το σενάριο μιας κυβέρνησης αποκλειστικά λαϊκιστικής, αποτελούμενης, δηλαδή μόνο από πολιτικά πρόσωπα που αντιπροσωπεύουν τα αντικαθεστωτικά κινήματα. Αντίθετα, θα μπορούσαμε να αναμένουμε μια κυβέρνηση που να αποτελεί ένα συνδυασμό τεχνοκρατών και πολιτικών προσώπων. Συνεπώς οι πολιτικές κατευθύνσεις της θα μπορούσαν να επηρεαστούν από την εθνική και υπερεθνική γραφειοκρατία. Ας ξεκινήσουμε με τη σειρά, από τη Ρώμη, την πρωτεύουσα που κυβερνάται από τους «Γκριλλικούς».  (ΣτΜ. «Grillini» στο πρωτότυπο, οι υποστηρικτές του Beppe Grillo)

Τον Ιούνιο του 2016 το Κίνημα Πέντε Αστέρων κατέλαβε την εξουσία στην ιταλική πρωτεύουσα. Οι εκφραστές των αντιπολιτικών διαμαρτυριών κατέκτησαν την πλειοψηφία της αίθουσας του Ιουλίου Καίσαρα, από την οποία μπορεί κανείς να θαυμάσει την απίθανη θέα στα ρωμαϊκά φόρα, την ώρα που η Virginia Raggi εκλεγόταν στο υψηλότερο αξίωμα του Καπιτωλίου.

Η νίκη του Κινήματος Πέντε Αστέρων στη Ρώμη αποτελεί μια ενδιαφέρουσα πολιτικο-θεσμική περίπτωση γιατί υποδεικνύει άμεσα τους δύο μεγάλους πυλώνες γύρω από τους οποίους διεξάγεται η διαδικασία αναδιοργάνωσης της πολιτικής εξουσίας: τον λαϊκισμό και την τεχνοκρατία. Από τη μια πλευρά το Κίνημα Πέντε Αστέρων νίκησε στηρίζοντας μια υποψήφια που προέρχεται απευθείας από το εργαστήριο των Casaleggio & Συνεργάτες, εταιρεία επικοινωνίας των Πέντε Αστέρων, αλλά και κερδίζοντας τις ψήφους διαμαρτυρίας εναντίον των διεφθαρμένων ελίτ των κομμάτων που έχουν διοικήσει την πρωτεύουσα. Κατά τη χάραξη της εκλογικής ρητορικής των υποστηρικτών του Γκρίλλο έγινε η επεξεργασία  μιας λαϊκιστικής συνταγής που συνδυάζει  την ανάγκη απόδοσης δικαιοσύνης, ιακωβινισμό της τιμιότητας, αναφορές στις εγκαταλελειμμένες περιφέρειες, αντι-πολιτική πολιτική και εθνική κυριαρχία. Από την άλλη, αφότου κατέλαβαν το Καπιτώλιο, οι γκριλικοί συνειδητοποίησαν πως δεν διέθεταν μια πολιτική τάξη ικανή να αντιμετωπίσει την ουσιαστική πολυπλοκότητα που συνεπάγεται κάθε είδους διακυβέρνηση.

Η νίκη του Κινήματος Πέντε Αστέρων στη Ρώμη αποτελεί μια ενδιαφέρουσα πολιτικο-θεσμική περίπτωση γιατί υποδεικνύει αμέσως τους δύο μεγάλους πυλώνες γύρω από τους οποίους διεξάγεται η διαδικασία αναδιοργάνωσης της πολιτικής εξουσίας: ο λαϊκισμός και η τεχνοκρατία.

Η μόνη δυνατή λύση ήταν η δημιουργία ενός τεχνοκρατικού συμβουλίου. Στην πραγματικότητα, αν παρατηρήσουμε προσεκτικά τους δημοτικούς συμβούλους που περιβάλλουν την κα Raggi, δεν θα βρούμε το παραμικρό στοιχείο «πρακτικής πολιτικής». Ούτε ένας από τους δημοτικούς της συμβούλους δεν εκλέχθηκε ως σύμβουλος από την κοινότητα. Αντίθετα, έχουν το προφίλ υψηλών αξιωματούχων, δικαστικών, πανεπιστημιακών και άλλων επαγγελματιών που ποτέ δεν έχουμε συναντήσει σε καμία συγκέντρωση των Πέντε Αστέρων.

Μολονότι το Κίνημα Πέντε Αστέρων σχεδόν άγγιξε το 70% των ψήφων στις εκλογές που του παραχώρησαν τη διακυβέρνηση της Ρώμης, δεν υπήρχε καμία ένδειξη «κλασικής πολιτικής», που να χαρακτηρίζεται από συμβιβασμούς και διοικητικό πραγματισμό, Η Virginia Raggi είναι μια δήμαρχος που περιβάλλεται αποκλειστικά από τεχνοκράτες. Αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα των αντιθέσεων που χαρακτηρίζουν το μήνυμα που προβάλλουν οι «γκριλλικοί». Η παρακίνηση του λαού σε ξεσηκωμό εναντίον των παλαιών κομμάτων, των τεχνοκρατών και των ισχυρών εξουσιών και, στη συνέχεια, η σύνθεση ακριβώς ενός τέτοιου τεχνοκρατικού συμβουλίου: αυτό είναι το αληθινό αποτέλεσμα της φιλοσοφίας των Πέντε Αστέρων και η μη εσκεμμένη του συνέπεια. Με τον τρόπο τους αυτό προκαλούν την καταστροφή της τάξης των επαγγελματιών πολιτικών που θεωρητικοποίησε ο Max Weber πριν από έναν αιώνα, δηλαδή του πολιτικού προσωπικού που στις ώριμες δημοκρατίες έχει την ικανότητα διαχείρισης της διοικητικής μηχανής, καθοδήγησης των διαδικασιών λήψης αποφάσεων, της διαμεσολάβησης συμφερόντων και καθιέρωσης συμμαχιών.

Στη διάρκεια της παρόλα αυτά εμβληματικής πάλης των γκριλλικών κατά της κακιάς διοίκησης της πρωτεύουσας, ο θυμός κατευθύνθηκε μεν κατά της παραδοσιακής πολιτικής, γλίτωσε, όμως, ένα πρόβλημα μεγαλύτερο και πιο σύνθετο από τη Ρώμη: τη γραφειοκρατική μηχανή που χαρακτηρίζεται από προνόμια, αναποτελεσματικότητα και δυσλειτουργίες. Και δεν είναι τυχαίο που τα σοβαρότερα προβλήματα για την άπειρη νέα δήμαρχο Raggi εμφανίστηκαν ακριβώς σε σχέση με τους διορισμούς του κυβερνητικού σώματος, τις δημόσιες ευθύνες και την άσκηση γραφειοκρατικής εποπτείας.

Βλέπουμε, λοιπόν, να αναδύεται ένας κίνδυνος που συνδέεται με την εκδήλωση του λαϊκισμού και τον συνδυασμό του με διαμορφωμένα συμφέροντα, των οποίων η τεχνοκρατία αποτελεί την χαρακτηριστικότερη έκφραση: το να είναι οι κάλπες γεμάτες αλλά να καταλήγουμε σε κυβερνήσεις «άδειες». Μια άπειρη και μη προσαρμοσμένη πολιτική τάξη τελικά αντικαθίσταται από τεχνοκράτες, φαινομενικής ουδετερότητας αλλά στην πραγματικότητα συνδεδεμένους με το προηγούμενο σύστημα εξουσίας.

Μόλις κατέκτησαν την εξουσία στη Ρώμη, οι υποστηρικτές του Grillo αντιλήφθηκαν πως δεν διέθεταν δική τους πολιτική τάξη, με μόνη λύση να αποτελεί η σύνθεση ενός τεχνοκρατικού συμβουλίου.

Αν απομακρυνθούμε για λίγο από τα γεγονότα που καθόρισαν το χρονικό των ιταλικών δημοτικών εκλογών, βλέπουμε να ξεδιπλώνεται στην περίπτωση της Ρώμης μια νέα κατηγορία πολιτικής που αναπτύσσεται σε ολόκληρο τον δυτικό κόσμο: ο τεχνοκρατο-λαϊκισμός, με άλλα λόγια η από κοινού διείσδυση της τεχνοκρατίας και των νέων ριζοσπαστικών και αντιθεσμικών κινημάτων, καθώς και η ευθυγράμμιση αυτών των δύο ομάδων.

Τα σημάδια και οι συνέπειες σε μακρά κλίμακα της τεχνοκρατο-λαϊκιστικής έντασης είναι εμφανή. Οι διαπραγματεύσεις της TTIP  (της Διατλαντικής Εταιρικής Σχέσης Εμπορίου και Επενδύσεων, δηλαδή της εμπορικής συμφωνίας που βρίσκεται υπό διαπραγμάτευση μεταξύ ΕΕ και ΗΠΑ) μπλοκαρίστηκαν οριστικά από τις λαϊκιστικές διαμαρτυρίες και την αναποφασιστικότητα των τεχνοκρατικών επιτροπών. Το πρόβλημα της μετανάστευσης γέννησε πληθώρα τεχνοκρατο-διοικητικών απαντήσεων. Ενώ αποτελεί πολιτικό κεφάλαιο για πολλά νέα ευρωπαϊκά κόμματα, δεν καθορίστηκε από σαφείς απαντήσεις από πλευράς κυβερνήσεων, δηλαδή από την παραδοσιακή πολιτική. Το Brexit αποτέλεσε την απάντηση του πικραμένου λαού απέναντι στους κανόνες της ευρωπαϊκής γραφειοκρατίας, καθώς επίσης και μια εξέγερση απέναντι σε μια ελίτ επαγγελματιών της πολιτικής, υπό την ηγεσία των David Cameron και George Osborne, η οποία έπρεπε να αντικατασταθεί από μια άλλη ομάδα, πλειοψηφικά πιο επιθετική και πιο κοντά στις απαιτήσεις του απλού ανθρώπου. Στην Ελλάδα ο Αλέξης Τσίπρας έβγαλε τον ελληνικό λαό στους δρόμους, κέρδισε σταθερή λαϊκή στήριξη και κέρδισε τα δημοψηφίσματα ενάντια στο μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα που πρότεινε η Ευρώπη. Ωστόσο, μόλις ανέλαβε τη διακυβέρνηση αναδιπλώθηκε, σε λίγες μόλις βδομάδες, ως προς την πολιτική που ο ίδιος είχε υποστηρίξει προκειμένου να εφαρμόσει τις επιθυμίες της Τρόικα. Ακόμη μια φορά, λοιπόν, διεξάγεται το παιχνίδι της έντασης και της αλληλοδιείσδυσης μεταξύ της πολιτικής του Carl Schmitt, της οποίας οι συνέπειες για την πολιτική τάξη είναι καταστροφικές, και της τεχνοκρατίας, που κυριαρχείται από τη λογική της της αποτελεσματικότητας.

Ακόμη και η θριαμβευτική εκλογή του νέου προέδρου της Γαλλικής Δημοκρατίας Emmanuel Macron αποτελεί μια ένδειξη τεχνοκρατο-λαϊκισμού. Ο πρώην υπουργός Οικονομικών στην πραγματικότητα διαχωρίστηκε από το παλιό του κόμμα και προώθησε ένα νέο κίνημα που σε λίγους μήνες τον οδήγησε στα Ηλύσια Πεδία, εκμεταλλευόμενο το κύμα δυσφορίας απέναντι στην παραδοσιακή πολιτική. Η νέα γαλλική κυβέρνηση παρουσιάζεται, λοιπόν, ως μια εμπειρία τεχνοκρατο-καισαρισμού. Ο πρόεδρος της Δημοκρατίας, άμεσα εκλεγμένος από το λαό και έχοντας ήδη δείξει έναν συγκεντρωτικό χαρακτήρα στη διαμόρφωση των πολιτικών του, περιβάλλεται από τεχνοκράτες υπουργούς. Έχοντας τεχνοκρατική παιδεία και εμπειρία πριν από την ενασχόλησή τους με την πολιτική, είναι αφοσιωμένοι περισσότερο στην εφαρμογή των αποφάσεων των Ηλυσίων από ότι στο να συμβάλλουν στη διαδικασία διαμόρφωσης και λήψη τους.

Η νέα γαλλική κυβέρνηση παρουσιάζεται ως μια εμπειρία τεχνοκρατο-καισαρισμού.

Στο σενάριο αυτό είναι οι πολιτικές τάξεις και τα χαρακτηριστικά που συνδέονται με αυτές –  διαμεσολάβηση, μετριοπάθεια, σύνεση, αναζήτηση του συμβιβασμού- που πληρώνουν το τίμημα της τεχνοκρατο-λαϊκιστικής διαλεκτικής. Σε κάθε περίπτωση ακόμα αν ο τεχνοκρατο-λαϊκισμός αποτελεί μια πολιτική πραγματικότητα που ξεπροβάλλει ολοένα και περισσότερο, δύσκολα γίνεται κατανοητός ως λύση στην κρίση νομιμοποίησης των δημοκρατικών θεσμών.

Όπως φάνηκε από την περίπτωση της Virginia Raggi, ο λαϊκισμός δεν καταφέρνει να κυβερνήσει όπως θα ήθελε γιατί φοβάται ότι θα χάσει τη λαϊκή συναίνεση λόγω της πολυπλοκότητας της διοίκησης. Ο κίνδυνος να ακολουθηθούν πολιτικές που ποντάρουν στη συγκίνηση και τη δημοφιλία είναι πολύ έντονος γιατί το παγκοσμιοποιημένο καπιταλιστικό σύστημα αλλά και το κρατικό δεν αντιδρούν και εμποδίζουν τις βλέψεις τους. Την ίδια στιγμή, ακόμα και αν η τεχνοκρατία αποτελεί ένα πολύτιμο στοιχείο για την κυβέρνηση, συνεχίζει να έχει μόνο οργανική λειτουργία. Μπορεί να εφαρμόζει δράσεις και ασκεί ελέγχους αλλά δεν λύνει το πρόβλημα της διακριτικής εξουσίας που βρίσκεται στον πυρήνα της διακυβέρνησης. Όπως έγραφε ο Vilfredo Pareto «Μπορούμε να αμαρτάνουμε από άγνοια, όπως μπορούμε να αμαρτάνουμε από συμφέρον. Η τεχνοκρατική ικανότητα μπορεί να αποφύγει το πρώτο από αυτά τα κακά αλλά δεν μπορεί να κάνεί τίποτα όσον αφορά στο δεύτερο». Τελικά, η τεχνοκρατία δεν μπορεί να εξουδετερώσει την διαλεκτική των αντιτιθέμενων συμφερόντων κατά τη λήψη των πολιτικών αποφάσεων. Και είναι ο Pareto και πάλι που, στο βιβλίο του «Μετασχηματισμός της δημοκρατίας» (1927) περιέγραψε ένα ιστορικό πλαίσιο εντάσεων μεταξύ των «πλουτοκρατικών δυνάμεων» και των «δημαγωγικών πολιτικών» που εμφανίζει συγγένεια με το νέο πολιτικό καθεστώς του 21ου αιώνα. Ο τεχνοκρατο-λαϊκισμός εμφανίζεται σαν ένας κρύσταλλος με πολλές όψεις. Σήμερα ήρθε η ώρα για μια πρώτη ανάλυση σχετικά με τα χαρακτηριστικά αυτού του νέου πολιτικού συστήματος που εμφανίζεται στο δυτικό κόσμο.


ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΙ ΤΗΣ ΜΕΤΑΜΟΝΤΕΡΝΑΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

Όπως μπορέσαμε να δούμε, οι μετασχηματισμοί που προκαλούνται από τον τεχνοκρατο-λαϊκισμό μοιάζουν πολλαπλοί και ουσιαστικοί. Ωστόσο, προτού εμβαθύνουμε στην ανάλυση, καλό θα ήταν να αναπτύξουμε σύντομα έναν ιδεότυπο που να επιτρέπει την παρατήρηση και κατηγοριοποίηση αυτών των γεγονότων. Όπως αποδείχθηκε προηγουμένως, η προσέγγιση που υποστηρίζεται εδώ είναι ρεαλιστική. Πρόκειται για την αναζήτηση, για να παραθέσουμε Μακιαβέλι «της αποτελεσματικής πραγματικότητας του πράγματος» χωρίς να προσθέσουμε αξιακές κρίσεις ή ιδεολογικές ερμηνείες σχετικα με αυτό που προκύπτει από τα γεγονότα και τα πραγματικά περιστατικά.

Σε μια άλλη μελέτη [note]Castellani L. e Rico A. La fine della politica? Tecnocrazia, populismo, multiculturalismo, Historica Edizioni, 2017 et Castellani L., Il potere vuoto. Le democrazie liberali e il ventunesimo secolo, Milan, Guerini e Associati, 2016[/note], το πολιτικό καθεστώς που ετοιμαζόμαστε να αναλύσουμε προσδιορίστηκε ως «τεχνοκρατο-λαϊκισμός». Αυτή η έκφραση προσδιορίζει μια οργάνωση της πολιτικής εξουσίας που χαρακτηρίζεται από αλληλεπιδράσεις μεταξύ εθνικών δημοκρατιών, συστημάτων του προχωρημένου καπιταλισμού σε παγκόσμια εμβέλεια, υπερεθνικούς θεσμούς, συστήματα ενημέρωσης ή εισβάλλουσες τεχνολογίες επικοινωνιών και νέα πολιτικά ριζοσπαστικά κινήματα. Αν από την οικονομική και νομική οπτική η παγκοσμιοποίηση έχει γνωρίσει ισχυρή επιτάχυνση από τα τέλη της δεκαετίας του 1980 και μετά, τα συστήματα πληροφόρησης και η τεχνολογία εμφάνισαν ιδιαίτερη ανάπτυξη στη διάρκεια των τελευταίων είκοσι χρόνων. Όσον αφορά  στην πολιτική, είναι στη διάρκεια αυτών των δέκα τελευταίων χρόνων που επηρεάστηκε από την ανάπτυξη του ίντερνετ και των κοινωνικών δικτύων. Περάσαμε έτσι από μια πρώτη φάση παγκοσμιοποίησης σε μια παγκοσμιοποίηση 2.0 (του 2000), από τον homo economicus στον homo cyberneticus.

Η πρώτη φάση αποτελείτο κυρίως από το μετασχηματισμό της οικονομίας σε ευρεία υπερεθνική κλίμακα, ενώ η δεύτερη μοιάζει πολύ πιο διεισδυτική σχετικά με τις μορφές της πολιτικής και τα  συστήματα οργάνωσης.

«Τεχνοκρατο-λαϊκισμός» : μια οργάνωση της πολιτικής εξουσίας που χαρακτηρίζεται από αλληλεπιδράσεις μεταξύ εθνικών δημοκρατιών, συστημάτων του προχωρημένου καπιταλισμού σε παγκόσμια εμβέλεια, υπερεθνικούς θεσμούς, συστήματα ενημέρωσης ή εισβάλλουσες τεχνολογίες επικοινωνιών και νέα πολιτικά ριζοσπαστικά κινήματα.

Ο συνδυασμός αυτών των παραγόντων μετασχημάτισε τις σύγχρονες δημοκρατίες, τον τρόπο με τον οποίο λαμβάνονται οι πολιτικές αποφάσεις, το επίπεδο στο οποίο λαμβάνονται και τις μεθόδους μέσω των οποίων εφαρμόζονται. Αυτές οι εξελίξεις προκύπτουν επειδή οι δομές των κομμάτων έχουν αλλάξει, ακριβώς όπως και οι μορφές επικοινωνίας, οι σχέσεις μεταξύ αντιπροσώπων και αντιπροσωπευόμενων, οι δεσμοί μεταξύ πληροφόρησης και πολιτικής, μεταξύ δικαίου και πολιτικών διαδικασιών.

Ποιες είναι οι τάσεις αυτού του μετασχηματισμού της φιλελεύθερης δημοκρατίας, που, σε ορισμένες πτυχές, καθορίζουν την κρίση της;

Μπορούμε να τις κατηγοριοποιήσουμε στα σημεία που ακολουθούν:

  • α) αύξηση της ζήτησης συμμετοχής στη δημόσια ζωή από το εκλογικό σώμα μέσω νέων τεχνολογιών, αποδιαμεσολάβηση της σχέσης μεταξύ πολιτικής ηγεσίας και εκλογέων
  • β) πόλωση ή ριζοσπαστικοποίηση της προσφερόμενων πολιτικών επιλογών για εκείνους που «έφτασαν τελευταίοι» μεταξύ των πολιτικών κομμάτων αφότου εισήλθαν στην σκηνή των δυτικών δημοκρατιών και απέκτησαν ψηφοφόρους στη διάρκεια αυτών των τελευταίων δέκα ετών, και προβολή ενός λαϊκιστικού στιλ που επερωτά στη ρίζα του το πολιτικό σύστημα που ισχύει σε εθνικό και υπερεθνικό επίπεδο.
  • γ) αύξηση της απόστασης μεταξύ των προσδοκιών των πολιτών και της ικανότητας των κυβερνήσεων να τις ικανοποιήσουν και κρίσεις του κράτους-πρόνοιας
  • δ) πολλαπλασιασμός των κέντρων εξουσίας μέσω των οποίων παράγονται οι πολιτικές αποφάσεις και οι κανονισμοί και υποχρεωτικό πέρασμα από τη μονιστική κυριαρχία σε μια κυριαρχία πολλαπλή
  • ε) ενίσχυση των στοιχείων αποπολιτικοποίησης της δημοκρατίας, με άλλα λόγια αυξανόμενη επιρροή των μη εκλεγμένων αξιωματούχων και υψηλά ποσοστά τεχνικής εξειδίκευσης
  • στ) εξίσου αυξανόμενη επιρροή των δικαστικών αποφάσεων στην πολιτική ζωή των δυτικών δημοκρατιών
  • ζ) αύξηση της σημασίας της εκτελεστικής εξουσίας σε σχέση με τις άλλες δημόσιες εξουσίες, ειδικά σε σχέση με τη νομοθετική
  • Στο παρόν άρθρο θα επικεντρωθούμε κυρίως στις δύο πτυχές που μας φαίνονται περισσότερο σημαντικές, καθώς φαίνεται να συσχετίζονται: την ριζοσπαστικοποίηση των προσφερόμενων πολιτικών επιλογών και την αποπολιτικοποίηση των δημοκρατιών. Εν τούτοις, δουλεύοντας πάνω σε αυτές τις δύο μεγάλες τάσεις, θα συναντήσουμε επίσης ταχέως τα πέντε άλλα στοιχεία του μετασχηματισμού των φιλελεύθερων-δημοκρατικών καθεστώτων για τα οποία προτείναμε νωρίτερα μια ανάλυση σε βάθος.

ΤΕΧΝΟΚΡΑΤΙΑ Η Η ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΑΠΟΠΟΛΙΤΙΚΟΠΟΙΗΣΗΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

Η φιλελεύθερη δημοκρατία στηρίζεται ολοένα και περισσότερο σε μια εύθραυστη ισορροπία μεταξύ της πειθαρχικής λογικής, όπως καθορίζονται από τις δικαστικές αποφάσεις και τις εθνικές και υπερεθνικές γραφειοκρατίες, και τη λογική της δημοκρατίας ως έκφρασης των εκδηλώσεων του πολιτικού.

Αν επιθυμούσαμε να ξεκινήσουμε τη συζήτηση για τη σχέση μεταξύ τεχνοκρατίας και δημοκρατίας, θα μπορούσαμε να υποστηρίξουμε πως η δημοκρατία είναι μια ολιγαρχία στην οποία ψηφίζουμε περιοδικά για να αλλάξουμε ή να εγκρίνουμε τους ολιγάρχες που βρίσκονται ήδη στην εξουσία. Ή ακόμη, για να το εκφράσουμε όπως Raymond Aron, οι φιλελεύθερες δημοκρατίες είναι καθεστώτα ειδικών που εργάζονται υπό την διεύθυνση ερασιτεχνών. Παρότι οι δύο αυτοί ορισμοί θα μπορούσαν να μοιάζουν με υπεραπλούστευση, εντούτοις δεν βρίσκονται πολύ μακριά από την πραγματικότητα. Όπως υπογράμμιζε ο Roberto Michels [note]Michels R., Zur Soziologie des Parteiwesens in der modernen Demokratie. Untersuchungen über die oligarchischen Tendenzen des Gruppenlebens. Leipzig, Klinkhardt, 1911[/note], η ουσία της δημοκρατίας διαβρώνεται από ολιγαρχικά στοιχεία. Στην πραγματικότητα, έχουμε από τη μια πλευρά μια μη εκλεγμένη αριστοκρατία, επιλεγμένη με βάση την ικανότητα που υποθέτουμε ότι έχει και νομιμοποιημένη από δημοκρατικές μορφές και, από την άλλη, μια δημοκρατία αριστοκρατική στο περιεχόμενό της.

Αν η δημοκρατία είναι μία από τις μορφές διακυβέρνησης όπου εκφράζεται η αρχή της πρωτοκαθεδρίας της πολιτικής, είναι η πρωτοκαθεδρία της οικονομίας που εκφράζεται στην τεχνοκρατία.

Η αιτία είναι πως, σύμφωνα με τον ελιτιστή πολιτειολόγο, όποια και να είναι η μορφή οργάνωσης, αναδύεται μια αυθόρμητη ιεραρχία. Στις φιλελεύθερες δημοκρατίες επίσης, είναι η οργάνωση που γεννά τη εξουσία των εκλεγμένων πάνω στους εκλογείς, των εντολοδόχων πάνω στους εντολείς, των αντιπροσώπων πάνω στους αντιπροσωπευόμενους. Για τον Michels, όποιος αναφέρεται στην οργάνωση, αναφέρεται στην τάση προς την ολιγαρχία.

Ακόμη και στα δημοκρατικά καθεστώτα, λοιπόν, το εκλογικό σώμα επιλέγει για έναν ορισμένο χρόνο τους αντιπροσώπους του, αλλά η μηχανή εξουσίας, από την κατάκτηση της καθολικής ψήφου, ήταν πάντοτε πολύ πιο περίπλοκη. Σε κάθε δημοκρατικό σύστημα αναπτύσσεται στην πραγματικότητα, μια συνεχής ένταση ανάμεσα στην πολιτική και την αρμοδιότητα, ανάμεσα στην δημοκρατία και την τεχνοκρατία. Ποιος είναι ο καλύτερος, ο πολιτικός ή ο τεχνοκράτης, δηλαδή ο μάνατζερ, ο διαχειριστής [note]Burnham, J., La rivoluzione manageriale. Turin, Bollati Boringhieri, 1993[/note];

Αν η δημοκρατία είναι μία από τις μορφές διακυβέρνησης στην οποία εκφράζεται η αρχή της πρωτοκαθεδρίας της πολιτικής, στην τεχνοκρατία εκφράζεται η πρωτοκαθεδρία της οικονομίας. Η βιομηχανική ανάπτυξη χαρακτηρίζει τη σύγχρονη κοινωνία γιατί είναι ακριβώς η βιομηχανία που αποτελεί το λάβαρο της νεωτερικότητας. Αυτός που οδηγεί τη διαδικασία της παραγωγής, τον θεμελιώδη πυλώνα της ελεύθερης κοινωνίας καλείται λοιπόν αναπόφευκτα να οδηγήσει ολόκληρη την κοινωνία[note]Fisichella, D., Autorità e libertà. Momenti di storia delle idee. Rome, Carrocci, 2012[/note]. Η δημοκρατία και η τεχνοκρατία αποτελούν την έκφραση δύο σημαντικών χαρακτηριστικών της δυτικής πολιτικής κουλτούρας, που διαφέρουν μεν αλλά βρίσκονται μεταξύ τους και σε διάλογο: η πρωτοκαθεδρία της πολιτικής εξουσίας με την πρωτοκαθεδρία της εμπορικής (επιχειρηματικής) οργάνωσης του ιδιωτικού τομέα. Από τις δύο αυτές έννοιες, οι οποίες στις σύγχρονες φιλελεύθερες δημοκρατίες δεν γίνεται παρά να συνυπάρχουν, εκκινούν δύο διαφορετικές μέθοδοι επιλογής της άρχουσας τάξης. Η επιλογή των αρίστων στη δημοκρατία ανατίθεται στην ψήφο, ενώ σε όλες τις περιπτώσεις που το βάρος δίνεται στην τεχνικο-επιστημονική ικανότητα, η επιλογή των πιο ικανών γίνεται με διορισμό.

Με αυτόν τον τρόπο έχουν αναπτυχθεί οι γραφειοκρατίες που εφαρμόζουν τις πολιτικές αποφάσεις, το δικαστικό σώμα που μετατρέπει σε δίκαιο τη νομοθετική παραγωγή, το Συνταγματικό δικαστήριο που κρίνει με βάση τις συνταγματικές παραμέτρους, οι ανεξάρτητες αρχές που ρυθμίζουν τις αγορές και τις κεντρικές τράπεζες που χειρίζονται την προσφορά χρήματος. Σε όλα αυτά έρχονται να προστεθούν πολυάριθμοι υπερεθνικοί θεσμοί στη διάρκεια των τριάντα τελευταίων ετών.

Αρκεί να σκεφτούμε την Ευρωπαϊκή Ένωση, που παράγει σήμερα περισσότερο από το 70% της νομοθεσίας των κρατών-μελών και, γενικότερα, τους οργανισμούς που ρυθμίζουν τις διεθνείς αγορές. Αυτοί οι τελευταίοι φαίνεται να έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Αποφασίζουν σχετικά με κανόνες που ρυθμίζουν το ίντερνετ, τις τηλεπικοινωνίες, τις σιδηροδρομικές, εναέριες και θαλάσσιες μεταφορές, την αλιεία και τις εξορύξεις, το διεθνές εμπόριο κλπ. Είναι όλοι τους μεικτά όργανα διακυβέρνησης: ορισμένα από αυτά είναι εντελώς ιδιωτικά, άλλα λειτουργούν με βάση την εναλλαγή μεταξύ κρατικών δρώντων και ιδιωτών, ενώ άλλα είναι διακυβερνητικά.

Πέρα από τη σύνθεσή τους, διαθέτουν μια σειρά κοινών χαρακτηριστικών που επηρεάζουν τις σύγχρονες δημοκρατίες: αποτελούνται από τεχνοκράτες και ειδικούς. Αυτοί οι τελευταίοι διορίζονται κυρίως από τις κυβερνήσεις, παρά εκλέγονται από τους πολίτες. Παράγουν κανόνες που μεταφέρονται στην έννομη τάξη κάθε κράτους και δεν δύνανται να αμφισβητηθούν από τα εθνικά δικαστήρια. Με την ανάπτυξη του παγκόσμιου καπιταλισμού, δηλαδή μετά το τέλος της δεκαετίας του 1980, ερχόμαστε αντιμέτωποι με έναν κατακερματισμό των κέντρων παραγωγής του δικαίου. Πώς αυτά τα νέα δικαιοπαραγωγικά κέντρα έχουν αλλάξει τις δημοκρατίες της Δύσης; Έχοντας λειτουργήσει καθοριστικά ως προς αυτό που ονομάζουμε «αποπολιτικοποίηση» των δημοκρατιών[note]Flinders, M., In Difesa Della Politica. Bologne, Il Mulino, 2014[/note]. Ενώ σε έναν κόσμο «παγωμένο» και μόνο εν μέρει ενοποιημένο, όπως η περίοδος του Ψυχρού Πολέμου, οι κυβερνήσεις, τα κοινοβούλια και οι εθνικοί δικαστές είχαν ουσιώδη εθνική κυριαρχία σχετικά με όλους σχεδόν τους κανονισμούς, σήμερα η εξουσία τους έχει αδυνατίσει με μοναδικό τρόπο. Με την παγκοσμιοποίηση των αγορών οι μηχανές της εθνικής εξουσίας έχουν χάσει μεγάλο μέρος της αποφασιστικής τους αρμοδιότητας, ειδικά όσον αφορά στον οικονομικό τομέα.

Η κατάσταση αυτή έχει δύο αξιοσημείωτες συνέπειες: η σημασία των τεχνοκρατών και των μη εκλεγμένων προσώπων αυξάνεται και οι θεσμοί απομακρύνονται συνεχώς από τον πολίτη-εκλογέα. Σχετικά με την πρώτη επίπτωση, ο πολλαπλασιασμός του αριθμού των μη εκλεγμένων προσώπων στις δημοκρατίες δεν είναι νέο φαινόμενο. Αν λάβουμε για παράδειγμα τις εκθέσεις της κυβέρνησης του Ηνωμένου Βασιλείου ως προς τα «Quangos» (ΣτΜ Πρόκειται για τα «Σχεδόν μη κυβερνητικά σώματα», τις «Ανεξάρτητες διοικητικές αρχές» του γαλλικού και του ελληνικού πολιτικού συστήματος), που αποτελούν τις τοπικές και εθνικές διοικητικές αρχές που ασχολούνται ουσιαστικά με τη διαχείριση των δημοσίων υπηρεσιών, διαπιστώνουμε μια συνεχόμενη αύξηση των τεχνοκρατών σε βάρος των εκλεγμένων πολιτικών. [note]Flinders, M., In Difesa Della Politica. Bologne, Il Mulino, 2014[/note]

Η κομματική πολιτική, σε περιόδους κρίσης, μπορεί να επιλέξει να αυτο-αποπολιτικοποιηθεί και να μεταφέρει στην τεχνοκρατία την ευθύνη των πολιτικών αποφάσεων.

Aκόμη, τα συνταγματικά δικαστήρια αποκτούν αυξανόμενη σημασία και αναδεικνύονται σε ουσιαστικούς πολιτικούς δρώντες στο δημόσιο διάλογο και τις πολιτικές αποφάσεις. Παρότι ιδρύθηκε από αδύναμες κυβερνήσεις, το ιταλικό Συνταγματικό Δικαστήριο έχει λειτουργήσει αντισταθμιστικά απέναντι στις αρχές. Το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ έχει διαδραματίσει θεμελιώδη ρόλο στη διαδικασία λήψης αποφάσεων σχετικά με τη μεταρρύθμιση του συστήματος υγείας από τον Πρόεδρο Obama. Παρομοίως, το γερμανικό Συνταγματικό Ομοσπονδιακό Δικαστήριο είχε καθοριστικό ρόλο κατά την επεξεργασία των οικονομικών μέτρων έκτακτης ανάγκης που ελήφθησαν σε ευρωπαϊκό επίπεδο μεταξύ 2011 και 2013. Η σύνθεση των δικαστηρίων αυτών αποτελείται από δικαστές που διορίζονται από διάφορα θεσμικά όργανα σύμφωνα με τις συνταγματικές απαιτήσεις. Αν και οι απαιτήσεις ποικίλλουν από χώρα σε χώρα, τα δικαστήρια παραμένουν σε κάθε περίπτωση όργανα μη εκλεγμένα και τεχνοκρατικά. Θα μπορούσαμε να πούμε το ίδιο για τις κεντρικές τράπεζες που επίσης στελεχώνονται με τεχνοκράτες υψηλού επιπέδου, επιλεχθέντες από την κυβέρνηση και ασκώντες μεγάλη επιρροή στις αποφάσεις τους ακόμη και, στην περίπτωση της ΕΕ, στο μέλλον της ηπείρου. Ο Ιταλός νομικός Sabino Cassese [note]Cassese, S., Chi governa il mondo?. Bologne, Il Mulino, 2013[/note] φέρνει στο φως την ανάπτυξη μιας «παγκόσμιας πολιτείας», δηλαδή ενός δικαστικού οργανογράμματος μη συστηματοποιημένου που γεννήθηκε από την ανάγκη ρύθμισης ορισμένων παγκόσμιων τομέων όπως ο χρηματοπιστωτικός, το περιβάλλον, το διεθνές εμπόριο, γιατί οι κυβερνήσεις δεν μπορούν να τους αντιμετωπίσουν πλέον από μόνες τους.

Με τον τρόπο αυτό ένας διπλός μηχανισμός έχει τεθεί σε λειτουργία: οι κυβερνήσεις συμμετέχουν στις αποφάσεις των υπερεθνικών αρχών, οι οποίες στις περισσότερες περιπτώσεις χαρακτηρίζονται από μια μεικτή μορφή διακυβέρνησης μεταξύ ιδιωτικού και δημοσίου τομέα, και, την ίδια στιγμή οι παραγόμενοι κανόνες περιορίζουν τα ίδια αυτά Κράτη. Οι ιθύνοντες των κυβερνήσεων του 20ου αιώνα μετατρέπονται, έτσι, σε προωθητές και, την ίδια στιγμή, αντικείμενα των διεθνών κανόνων. Αυτός ο ιστός αράχνης εξαρθρώνει την έννοια της πολιτικής κυριαρχίας όπως την αναλύουμε παρακάτω και θέτει ερωτήσεις σχετικά με τη διαφάνεια και την ευθύνη των οργάνων που ναι μεν είναι μη εκλεγμένα, αλλά είναι ικανά να επηρεάσουν τη νομοθεσία των εθνών-κρατών. Το γεγονός αυτό καθιστά την παγκοσμιοποίηση και την τεχνολογική ανάπτυξη δύο στοιχεία που προσδίδουν εγγενώς διεθνικά χαρακτηριστικά στο δίκαιο και τις πολιτικές αποφάσεις, καθώς και παράγοντες αποπολιτικοποίησης των δημοκρατιών.

Σε ορισμένες περιπτώσεις οι τεχνοκράτες γίνονται πολιτικοί. Ορισμένοι ανέλαβαν την ευθύνη της διακυβέρνησης της Ιταλίας, όπως ο Carlo Azeglio Ciampi στα μέσα της δεκαετίας του 1990 ή ο Mario Monti το 2011. Το ακαδημαϊκό και διεθνώς αναγνωρισμένο προφίλ τους υψηλού επιπέδου καθώς και η θητεία τους σε ποικίλες υψηλές θέσεις με κύρος αναγνωρισμένο και σε εσωτερικό και σε κοινοτικό επίπεδο, συνέβαλαν στο να τεθούν επικεφαλής της κυβέρνησης. Με τον τρόπο αυτό, στην περίοδο της οικονομικής και πολιτικής κρίσης η ιταλική δημοκρατία εμπιστεύτηκε μη πολιτικά πρόσωπα προκειμένου να καθοδηγήσουν την εκτελεστική εξουσία. Τα κόμματα οπισθοχώρησαν και υποστήριξαν τεχνοκρατικές κυβερνήσεις στο Κοινοβούλιο. Μέσα από αυτό το παράδειγμα συμπεραίνουμε πως η κομματική πολιτική, σε περιόδους κρίσης, μπορεί να επιλέξει να αυτο-αποπολιτικοποιηθεί και να μεταφέρει στην τεχνοκρατία την ευθύνη των πολιτικών αποφάσεων.

Ένα δίκτυο εξουσιών, δημοσίων και ιδιωτικών, εκλεγμένων και μη, πληροφορεί τον δικαϊκο-πολιτικό παγκόσμιο χώρο στον οποίο συμμετέχουν τα κράτη σε επίπεδο εκτελεστικής εξουσίας αλλά σχεδόν ποτέ σε κοινοβουλευτικό επίπεδο.

Στην περίπτωση αυτή, οι θεσμοί φαίνεται να απομακρύνονται από τα επίπεδα λήψης απόφασης στα οποία έχουν συνηθίσει οι πολίτες. Δεν πρόκειται πια για αποφάσεις σε τοπικό ή εθνικό επίπεδο αλλά για αποφάσεις εθνικές, υπερεθνικές και διεθνείς στις οποίες προστίθενται τα εθνικά, υπερεθνικά, διεθνή και διαιτητικά δικαστήρια. Η θεσμική απομάκρυνση κρύβει ένα πρόβλημα διαφάνειας: για μια δεδομένη απόφαση ο τόπος και η ταυτότητα του αποφασίζοντος είναι συχνά ερωτήσεις στις οποίες οι πολίτες δεν καταφέρνουν να απαντήσουν. Το να δεχτούμε τις επιλογές που επηρεάζουν την καθημερινή μας ζωή ενώ προέρχονται από κέντρα εξουσίας απομακρυσμένα και απρόσωπα συμβάλλει στο να δημιουργηθούν οι τάσεις που περιγράφηκαν στις προηγούμενες παραγράφους, όταν, δηλαδή οι υπερεθνικοί θεσμοί υιοθετούν μια λογική πειθαρχίας, μια λογική χωρίς σύνορα που χαρακτηρίζεται από την οικονομική αποτελεσματικότητα και είναι ίδια για όλες τις δυτικές χώρες που υποστηρίζουν την οικοδόμηση της παγκόσμιας αγοράς. Μια λογική που σήμερα συναντά τη λογική της δημοκρατίας, της επιστροφή της «άτακτης πολιτικής» στο εσωτερικό των εθνών-κρατών που ξανακαθορίζει τα σύνορα της πολιτικής και κοινοβουλευτικής σκηνής. Ο τεχνοκρατο-λαϊκισμός εμφανίζεται ως το σημείο επαφής μεταξύ της πυραμίδας του λαϊκισμού, που αναπτύσσεται από κάτω προς τα πάνω, και εκείνης της τεχνοκρατίας, που έχει την αντίστροφη φορά.


FAST DEMOCRACY ΚΑΙ ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΙΚΟΠΟΙΗΣΗ ΤΩΝ ΠΡΟΣΦΕΡΟΜΕΝΩΝ ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ ΕΠΙΛΟΓΩΝ

Η ανάπτυξη των δικτύων μαζικής ενημέρωσης έχει οδηγήσει σε μια νέα φάση παγκοσμιοποίησης. Έχουμε περάσει, χάρη στην έλευση του ίντερνετ, από την ελεύθερη κυκλοφορία των αγαθών στην κοινωνία μιας τεράστιας ποσότητας πληροφοριών και διασυνδέσεων. Επιπλέον, οι τρόποι αλληλεπίδρασης μεταξύ των ανθρώπων έχουν αλλάξει, προσθέτοντας στην υλική και λεκτική επαφή μια ακόμη διάσταση, εικονική, ευθεία και άμεση.

Οι κοινωνικές αλλαγές που περιγράφησαν συνοπτικά έχουν ανατρέψει τις παραδοσιακές μορφές άσκησης πολιτικής. Οι σύγχρονοι κοινωνιολόγοι θεωρούν την αναίρεση της διαμεσολάβησης μεταξύ άρχουσας τάξης και εκλογικού σώματος χαρακτηριστική της σημερινής εποχής. Ο εκλογέας εμπλέκεται μέσα από το διαδίκτυο και τα κοινωνικό δίκτυα σε μια μόνιμη και άμεση δημόσια συζήτηση και έχει τη δυνατότητα να επικοινωνήσει με γρηγορότερο και απλούστερο τρόπο με τους αντιπροσώπους του, να γνωρίσει τον τρόπο ζωής τους και την προσωπική τους ζωή πέραν των διακηρύξεων και των πολιτικών τους προγραμμάτων [note]Salmon, C., La politica nell’era dello storytelling. Milan, Fazi Editore, 2014[/note].

Η εξέλιξη αυτή για το πολιτικό πρόσωπο σημαίνει πως αγνοεί τα στάδια της παραδοσιακής εκπροσώπησης, πως ξεπερνά την κομματική οργάνωση και γραφειοκρατία: οι κυβερνώντες μπορούν να απευθύνονται με συνεχή τρόπο σε μια τεράστια δεξαμενή ψηφοφόρων, να διαλέγονται μαζί τους και να μελετούν τις αντιδράσεις τους, να ερευνούν τις προτιμήσεις τους, να εντοπίζουν τις τάσεις της κοινής γνώμης για το έργο τους και να αντιδρούν σύμφωνα με αυτές. Υφασμένη μέσα από τις οπτικές ίνες και τα ηλεκτρομαγνητικά κύματα, η σχέση μεταξύ πολιτικής και κοινού σιγά σιγά γίνεται πολύ πιο οικεία και έμπιστη.

Σήμερα είναι δυνατόν να πάρουμε, κατά κάποιο τρόπο, μια γεύση από την έναρξη μιας νέας φάσης, θα μπορούσαμε να πούμε, «στιγμιαίας δημοκρατίας», την «fast democracy» [note]Castellani L., op.cit., 2016[/note]. Τα κοινωνικά δίκτυα που συνδέονται με τα ήδη υπάρχονται μέσα μαζικής ενημέρωσης έχουν εντείνει την διαδικασία εξατομίκευσης και αντιμετώπισης της πολιτικής ως θέαμα, μετατρέποντάς την σε μια από τις αιτίες ριζοσπαστικοποίησης της πολιτικής προσφοράς.

Η αμεσότητα αποτελεί το πιο διεισδυτικό χαρακτηριστικό που έχει παράσχει το ίντερνετ στις μορφές της πολιτικής εξουσίας. Ο νομικός Sunstein υπογραμμίζει πώς τα κοινωνικά δίκτυα έχουν εντείνει τον «θόρυβο» που κάνουν οι ειδήσεις που βρίσκονται στη διάθεση του πολίτη,ενώ συγχρόνως τις «εξατομικεύουν» δημιουργώντας εγγενείς κοινότητες του διαδικτύου. Τα σύνορα των ομάδων αυτών είναι πολύ ισχυρά και είναι δύσκολο να ξεπεραστούν εφόσον οι αλγόριθμοι των κοινωνικών δικτύων προτείνουν εκ νέου στο άτομο σελίδες για το περιεχόμενο των οποίων έχει ήδη εκφράσει ένα ορισμένο ενδιαφέρον, κάτι που εμπεδώνει τις ήδη διαμορφωμένες προσωπικές του απόψεις. Με άλλα λόγια, σύμφωνα με τον αμερικανό νομικό, τα νέα μέσα κατακερματίζουν και πολώνουν την κοινωνία μειώνοντας τον χώρο στον οποίο είναι δυνατό να μετριαστούν οι απόψεις και να λάβει χώρα ένας λογικός διάλογος. Συνεπώς, οι κυβερνώντες επικεντρώνουν την πολιτική τους δράση στο επικοινωνιακό σκέλος. Παραμελώντας το πολιτικό πρόγραμμα, δίνουν βάρος στο συναίσθημα. Παράλληλα, προσπαθούν να πολώνουν, δηλαδή να ριζοσπαστικοποιούν την πολιτική τους προσφορά κάνοντάς την πιο ακραία προκειμένου να αγγίξουν, μέσα από τα νέα μέσα, τις ομάδες που τα ίδια αυτά μέσα έχουν δημιουργήσει [note]Sunstein, C., #Republic. Divided Democracy in the age of social media. Princeton, Princeton University Press, 2017[/note].

Σε αυτό το φαινόμενο είναι που εφάπτονται η πολιτική με την κοινή γνώμη: η τελευταία ασκεί πίεση στην πρώτη τόσο μέσω των μέσων ενημέρωσης όσο και μέσω οργανώσεων εκπροσώπησης συμφερόντων, πολιτική πίεση για την ικανοποίηση των ψηφοφόρων που ωθεί τους κυβερνώντες να υπόσχονται συνεχώς περισσότερα από όσα μπορούν να πραγματοποιήσουν. Με τον τρόπο αυτό δημιουργείται ένα χάσμα ανάμεσα στις προσδοκίες που δημιουργούν τα πολιτικά πρόσωπα στην κοινή γνώμη και σε όσα είναι δυνατόν να γίνουν πράξη εξαιτίας των περιορισμών της κρατικής δομής. Από αυτό είναι που γεννιέται η αμφιβολία, η δυσπιστία και οι διαμαρτυρίες κατά της πολιτικής. Πρόκειται για έναν μηχανισμό που επαναλαμβάνεται επ’ αόριστον και τροφοδοτεί μια κατάσταση «ρώσικου βουνού» που οδηγεί τα πολιτικά κόμματα από την επιτυχία στην ξαφνική πτώση[note]Flinders, M., op.cit., 2012[/note].

Ως αποτέλεσμα, η βασική βεμπεριανή υπόθεση του χαρισματικού ηγέτη ως χαρακτηριστική φιγούρα στις δημοκρατίες κυριαρχεί εκ νέου στην πολιτική σκηνή χάρη στα μέσα μαζικής ενημέρωσης και στο διαδίκτυο. Σε αυτήν οφείλεται μια νέα μέθοδος αναζήτησης της συναίνεσης που στηρίζεται σε μια πιο άμεση σχέση, πρόσωπο με πρόσωπο, μεταξύ του πολιτικού ηγέτη και των «οπαδών» του. Ορισμένοι υποστηρίζουν πως πρόκειται για επιβεβαίωση ενός είδους υποκριτικής δημοκρατίας, για έναν μετασχηματισμό ο οποίος προς το παρόν γίνεται περισσότερο αντιληπτός στην επιφάνεια και όχι στα θεμέλια των πολιτικών θεσμών[note]Gentile, E., Il Capo e la Folla, Rome-Bari, Laterza, 2016[/note].

Η «στιγμιαία δημοκρατία» δεν αφήνει χώρο σε άλλους δρώντες πέραν του κομματικού αρχηγού γιατί αυτό που μετρά είναι η αμεσότητα της γνώμης του, η τοποθέτησή του στα κοινωνικά δίκτυα και η φήμη που τον συνοδεύει. Οι δηλώσεις τύπου, τα συνέδρια και οι υπόλοιποι κομματικοί αξιωματούχοι θεωρούνται πλέον άνευ σημασίας.

Επιθυμώντας να μελετήσουμε αυτήν την περίπτωση βλέπουμε πως τα τελεταία χρόνια σε Ευρώπη και ΗΠΑ αναδείχθηκαν νικητές εκείνοι οι υποψήφιοι που όρθωσαν το ανάστημά τους απέναντι στο κατεστημένο του κόμματός τους καθώς και απέναντι στην κυβερνώσα τάξη που τα προηγούμενα χρόνια είχε υποσχεθεί τόσο πολλά, και τελικά πραγματοποίησε τόσο λίγα. Οι πολίτες εξέφρασαν την προτίμησή τους για τους υποψηφίους που θεωρούνταν «outsiders», μακριά από την παραδοσιακή πολιτική, και ορισμένες φορές επρόκειτο για πρωτοεμφανιζόμενους στον πολιτικό στίβο. Υποστήριξαν τα νέα κινήματα που ήξεραν πώς να συλλάβουν τη δυσαρέσκεια, τη δυσπιστία και την οργή απέναντι στους θεσμούς. Μπόρεσε να κερδίσει εκείνος που κατασκεύασε ένα αντι-αφήγημα, μια ισχυρή προσωπικότητα και κατάφερε να δομήσει μια ευθεία, προσωπική και άμεση σχέση με τους ψηφοφόρους. Η εξατομίκευση έχει ξαναγίνει στοιχείο-κλειδί της σύγχρονης πολιτικής ξεπερνώντας ή έστω διακόπτοντας τη διαδικασία εκλογίκευσης που κατέστησε τον απρόσωπο χαρακτήρα του Κράτους πυλώνα της πολιτικής και συνταγματικής τάξης της νεωτερικότητας[note]Sur la rationalisation comme processus institutionnel dans l’histoire de la politique occidentale, voir Miglio, G., Le regolarità della politicaScritti raccolti dagli allievi, Milan, Giuffrè, 1988 ; Rebuffa, G., Il crepuscolo della democrazia, Bologne, Il Mulino, 1991 et Weber M. Parlamento e governo nel nuovo ordinamento della Germania e altri scritti politici, Turin, Einaudi, 1983[/note] Η «κατασκευή του χαρίσματος» έγινε το κλειδί της πολιτικής επιτυχίας σε βαθμό χωρίς προηγούμενο. Οι ψηφοφόροι πέρασαν από την συμμετοχή σε ένα πολιτικό κόμμα στον πολιτικό ηγέτη, ενώ το αφήγημα που προβάλλει το πολιτικό πρόσωπο και η πολιτική του έχει καταστεί δεσποτικός κυρίαρχος της σύγχρονης πολιτικής και παρέχει την πρώτη ύλη, το βασικό καύσιμο για την επικράτηση των πιο ακραίων πολιτικών επιλογών.


ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΚΑΙ ΔΙΑΚΥΒΕΡΝΗΣΗ ΣΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΤΟΥ ΤΕΧΝΟΚΡΑΤΟ-ΛΑΪΚΙΣΜΟΥ

Όπως είδαμε προηγουμένως η τεχνολογική πρόοδος, η παγκοσμιοποίηση, οι κοινωνικοί μετασχηματισμοί και η οικονομική κρίση προκάλεσαν, τα τριάντα τελευταία χρόνια, δύο μεγάλα φαινόμενα ικανά να αλλάξουν τη δομή των φιλελεύθερων δημοκρατιών: την τεχνοκρατία και τον λαϊκισμό. Πέραν από την εγγενή αοριστία των εννοιών αυτών, με τον όρο «τεχνοκρατία» αναφερόμαστε σε όλα τα μη εκλεγμένα σώματα σε εθνικό, υπερεθνικό και παγκοσμιο επίπεδο των οποίων οι σφαίρες επιρροής και οι δομές καθορίζονται εκτός δημοκρατικής διαδικασίας, μέσω μιας επιλογής με βάση τα καταλληλότερα προσόντα για τη λειτουργία ενός ορισμένου οργανισμού.

Με τον όρο «λαϊκισμός» ή πολιτική της πόλωσης/ριζοσπαστικοποιημένη εννοούμε τα πολιτικά κινήματα, που λειτουργώντας εναλλακτικά στα παραδοσιακά κόμματα, αμφισβητούν τις πολιτικές επιλογές των τελευταίων σε επίπεδο εθνικό και υπερεθνικό και επιθυμούν να αντικαταστήσουν την πολιτική τάξη των παραδοσιακών κομμάτων με μια νέα πολιτική τάξη, ιδεολογικά πιο προσιτή στις απαιτήσεις του λαού, η οποία να εναντιώνεται, με το όνομά της και με τις πολιτικές τάσεις που εκπροσωπεί, στις δράσεις των πολιτικών ομάδων που βρίσκονταν ως τότε στην εξουσία.

Τα δύο αυτά φαινόμενα, που σχηματοποιούνται τόσο στο εσωτερικό των δημοκρατιών όσο και εκτός αυτών, θέτουν υπό πίεση την υπάρχουσα πολιτική τάξη που αντιπροσωπεύει τα πραδοσιακά κόμματα. Ο στόχος είναι να επιτευχθεί μια αλλαγή των εθνικών και υπερεθνικών πολιτικών. Παρόλα αυτά ο λαϊκισμός και ο τεχνοκρατισμός δεν μοιράζονται παρά σπανίως κοινούς στόχους και κοινή λογική ακόμα κι αν ήδη έχει αποδειχθεί ότι δύνανται να συμπίπτουν, όπως φαίνεται από την περίπτωση της Ιταλίας, στην οποία η καταγγελία των προνομίων της ιταλικής πολιτικής τάξης έλαβε χώρα τόσο από το Κίνημα Πέντε Αστέρων όσο και από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα που έστειλε ένα σχετικό γράμμα στην ιταλική κυβέρνηση το 2011. Η τεχνοκρατία, και συγκεκριμένα η διεθνής και υπερεθνική τεχνοκρατία στηρίζεται στην έννοια της αποτελεσματικότητας για την αξιολόγηση των κυβερνητικών δράσεων. Χρησιμοποιεί οικονομικά εργαλεία, οικονομικούς πόρους και κυρίως κανόνες για να επιτύχει τους στόχους της σύμφωνα με έναν καθαρά ορθολογικό τρόπο.

Πρόκειται για αυτό που ο Alasdair Roberts αποκαλεί «λογική της πειθαρχίας». Για τον τεχνοκράτη η καλύτερη λύση είναι εκείνη που λειτουργεί, ακόμη και αν δεν γίνεται πάντοτε αντιληπτή ως η πιο δίκαιη στο δημοκρατικό διάλογο. Σε κάθε περίπτωση οι τεχνοκράτες που ασκούν αποφασιστική εξουσία δεν εμπλέκονται ούτε σε ιδεολογικές συζητήσεις, ούτε σε δημοκρατικές πρακτικές αναζήτησης της συναίνεσης γιατί αυτό μπορεί να οδηγήσει σε καταστάσεις που, σύμφωνα με την δική τους οπτική, είναι αναποτελεσματικές. 15

Για τον τεχνοκράτη η καλύτερη λύση είναι εκείνη που λειτουργεί, ακόμη και αν δεν γίνεται πάντοτε αντιληπτή ως η πιο δίκαιη στο δημοκρατικό διάλογο.

Όσον αφορά στη λαϊκιστική πίεση, αυτή προκαταλαμβάνει την πολιτική ατζέντα με δύο τρόπους. Κατά πρώτον, μετακινεί τον άξονα της πολιτικής και της δημόσιας συζήτησης από τα παραδοσιακά κόμματα προς τα νέα κινήματα, τα νέα αναδυόμενα πολιτικά πρόσωπα και την «εξέγερση των μαζών» ενάντια στις πολιτικές των κυβερνήσεων, των θεσμών και των υπερεθνικών δομών. Κατά δεύτερον, χρησιμοποιεί την τηλεοπτική προβολή της fast democracy στηριζόμενη στο συναίσθημα και τον παραλογισμό των μαζών εν μέσω σκανδάλων, φυσικών καταστροφών, σκευωριών και θεωριών συνομωσίας προκειμένου να υποδαυλίσει τις διαμαρτυρίες και να εντείνει τη δυσαρέσκεια απέναντι στην καθεστηκυία τάξη.

Μπορούμε λοιπόν να ορίσουμε τον τεχνοκρατο-λαϊκισμό ως μια σειρά πολιτικών μετασχηματισμών που προκύπτουν από την πίεση που ασκείται από την διεθνή/υπερεθνική τεχνοκρατία, αφενός, και από τα πολιτικά κινήματα σε πόλωση στο εσωτερικό των δημοκρατιών, αφετέρου, πάνω στην κάθε εθνική εκτελεστική εξουσία. Οι μετασχηματισμοί αυτοί έχουν ως στόχο την πρόκληση αλλαγών στις κρατικές πολιτικές και την αντικατάσταση της πολιτικής τάξης εντός των θεσμών. Είναι σε αυτό το πλαίσιο που αποκρυσταλλώνεται η αντίθεση μεταξύ των αποτελεσματικών προτάσεων εκ μέρους της τεχνοκρατίας, που είναι λογικές και μη δημοφιλείς, και της πρότασης για δημοκρατική αλλαγή, πρόταση ενστικτώδη, οργανική και ανορθολογική, χαρακτηριστική των νέων κομμάτων σε αντίθεση με τις πολιτικές και τους θεσμούς της πολιτικο-γραφειοκρατικής τάξης που εκφράζει τα παλαιά κόμματα.

Ο τεχνοκρατο-λαϊκισμός ορίζεται ως μια σειρά πολιτικών μετασχηματισμών που προκύπτουν από την πίεση που ασκείται από την διεθνή/υπερεθνική τεχνοκρατία, αφενός, και από τα πολιτικά κινήματα σε πόλωση στο εσωτερικό των δημοκρατιών, αφετέρου, πάνω στην κάθε εθνική εκτελεστική εξουσία.

Το ερώτημα τώρα είναι πώς μπορούμε να ελέγξουμε την ασυμφωνία μεταξύ τεχνοκρατίας και λαϊκισμού κατευθύνοντάς την προς μετασχηματισμούς που δεν θίγουν ούτε τις ελευθερίες των πολιτών ούτε την οικονομική ανάπτυξη των δυτικών δημοκρατιών. Μέχρι σήμερα οι τεχνοκράτες έχουν απαντήσει στο πρόβλημα αυτό ενσωματώνοντας, μέσω του ελέγχου του προϋπολογισμού, της παραγωγής και της οργάνωσης, τα κινήματα διαμαρτυρίας που κατέκτησαν την εξουσία. Οι κανόνες που χαρακτηρίζουν την πολιτική μέσω του συντάγματος και των νόμων (εθνικών και υπερεθνικών) είναι σημαντικοί για τον περιορισμό της ίδιας της πολιτικής εξουσίας, της διείσδυσης του κράτους στη ζωή των πολιτών καθώς και των ασυνείδητων πολιτικών επιλογών που θα μπορούσαν να καταστρέψουν τον εθνικό πλούτο ή να θέσουν σε δοκιμασία την αύξηση του ΔΑΑ (Δείκτης Ανθρώπινης Ανάπτυξης) (όπως συνέβη σε πολλές χώρες του Νότου της ΕΕ). Παρόλα αυτά μόλις οι κανόνες αυτοί επιβάλλονται από τα πάνω, με άλλα λόγια, απεκδύονται κάθε δημοκρατικής νομιμοποίησης, δεν μπορούν να προκαλέσουν παρά διαμαρτυρίες και συγκρουσιακό πολιτικό κλίμα. Και εκείνο που φταίει δεν είναι απαραίτητα ο παράλογος ή λάθος χαρακτήρας των κανόνων αλλά η στέρηση της πολιτικής νομιμοποίησης που είναι απαραίτητη ώστε να υποστηριχθούν δημοκρατικά, όπως συνέβη με ορισμένους κανονισμούς της ενιαίας ευρωπαϊκής αγοράς, με τα πειθαρχικά δημοσιονομικά μέτρα όπως το δημοσιονομικό σύμφωνο ή ο περιορισμός της σχέσης ελλείμματος -ΑΕΠ. Μια αποφασιστική δομή τέτοιο τύπου κινδυνεύει να προκαλέσει ένα συνεχώς διευρυνόμενο χάσμα μεταξύ τεχνοκρατισμού και πολιτικής. Το χάσμα αυτό εκφράζεται με τη νίκη εκείνης της πρότασης που πολώνει περισσότερο εναντίον του κατεστημένου, όπως για παράδειγμα η ψήφος υπέρ του Brexit στο πλαίσιο της σύγκρουσης μεταξύ Λονδίνου και Βρυξελλών ή η εκλογή του Donald Trump στις ΗΠΑ όπου βλέπουμε να αντιπαραβάλλονται οι πολιτικές, οι λογικές και οι κανόνες της Ουάσινγκτον με την αντίδραση των περιφερειακών ζωνών της χώρας.

Συνεπώς φαίνεται πως κινδυνεύουμε ο «κυβερνητικός λαϊκισμός» να μετασχηματιστεί, με όρους κυβερνητικών πολιτικών, στο ακριβές αντίγραφο του κατεστημένου που προηγήθηκε στη διακυβέρνηση. Αυτό εξηγείται από τους πανίσχυρους περιορισμούς που επιβάλλει ο παγκόσμιος καπιταλισμός στην εθνική πολιτική και προκύπτει, επίσης από το γεγονός πως η προβολή μιας εναλλακτικής απέναντι στην υπάρχουσα τάξη εκ μέρους των νέων πολιτικών κινημάτων, είναι ακόμη εξαιτετικά αδύναμη.

Συνεπώς φαίνεται πως κινδυνεύουμε ο «κυβερνητικός λαϊκισμός» να μετασχηματιστεί, με όρους κυβερνητικών πολιτικών, στο ακριβές αντίγραφο του κατεστημένου που προηγήθηκε στη διακυβέρνηση.

Μια τρίτη εναλλακτική μεταξύ τεχνοκρατισμού και λαϊκισμού θα είναι δυνατή όταν οι πολιτικές τάξεις αποφασίσουν να κατευθύνουν τη λαϊκή δυσαρέσκεια των δυτικών δημοκρατικών καθώς και τις συνεχώς αυξανόμενες δυνατότητες που πηγάζουν από την παγκόσμια αγορά στην κατεύθυνση νέων θεσμικών μορφών που θα εγγυώνται μια σχέση μεταξύ πολίτη και πολιτικής που θα ικανοποιεί τόσο τη λογική της πειθαρχίας όσο και εκείνη της δημοκρατίας. Ωστόσο σήμερα η πρόκληση αυτή δεν φαίνεται να έχει βρει μια ικανοποιητική απάντηση τόσο σε ευρωπαϊκό επίπεδο όσο και στο επίπεδο των εθνικών κρατών.


ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

Ο τεχνοκρατο-λαϊκισμός αποτελεί λοιπόν ένα νέο πολιτικό καθεστώς που χαρακτηρίζει τις δημοκρατίες του 21ου αιώνα. Εντοπίζεται στην ένταση που δημιουργείται ανάμεσα στους δύο τρόπους διαφυγής από την κρίση της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας: τον τεχνοκρατισμό για τους από πάνω και το λαϊκισμό για τους από κάτω.

Είναι πιθανό η ευρωπαϊκή πολιτική των χρόνων που έρχονται να χαρακτηρίζεται από μια προσπάθεια να συνδυαστούν η «λογική της πειθαρχίας», που παράγεται από τις παγκόσμιες αγορές και τον νεοφιλελευθερισμό, με τη «λογική της δημοκρατίας» η οποία βρίσκεται ολοένα και περισσότερο υπό την πίεση διάλυσης του «πολιτικού». Μόνο η αναζήτηση μιας νέας ισορροπίας θα επιτρέψει στις φιλελεύθερες δημοκρατίες να επιβιώσουν, διατηρώντας συστήματα που δύνανται να παράξουν διαμοιραζόμενο πλούτο, συντηρώντας ισχυρή πολιτική νομιμοποίηση. Η αναζήτηση αυτή θα απαιτήσει αναγκαία τη διαμόρφωση νέων ελίτ και την ανάπτυξη νέων πολιτικών θεωριών. Θα πρέπει επίσης να λάβει χώρα μια νέα και σε βάθος εξέταση των σύγχρονων δημοκρατιών, των μειονεκτημάτων και δυσλειτουργιών τους. Νέες δημοκρατικές μορφές, πιο ρεαλιστικές, πιο ειλικρινείς και λειτουργικές θα αναζητώνται ασταμάτητα στο άμεσο μέλλον